Τέλος Εποχής για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου
Σήμερα δεν κλείνει απλώς ένας σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σήμερα κλείνει ένα κομμάτι της ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας.
Ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, η μεγαλύτερη λιγνιτική μονάδα της χώρας, υπήρξε για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες κάτι πολύ μεγαλύτερο από εργοστάσιο. Ήταν ο παλμός μιας ολόκληρης περιοχής. Ήταν οι βάρδιες μέσα στη νύχτα, τα φώτα που δεν έσβηναν ποτέ, τα λεωφορεία των εργαζομένων τα χαράματα, η μυρωδιά του λιγνίτη που έγινε μέρος της καθημερινότητας. Ήταν η βεβαιότητα ότι η Κοζάνη παρήγαγε ενέργεια για ολόκληρη την Ελλάδα.
Γύρω από τις μονάδες χτίστηκαν ζωές.
Οικογένειες μεγάλωσαν με μισθούς της ΔΕΗ. Μικρές επιχειρήσεις στηρίχθηκαν στους εργαζόμενους του σταθμού. Τεχνίτες, εργολάβοι, οδηγοί, μηχανικοί, καταστήματα, καφετέριες, χωριά ολόκληρα συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με τη λειτουργία του εργοστασίου. Ο λιγνίτης δεν ήταν μόνο καύσιμο· ήταν οικονομία, κοινωνία και ταυτότητα.
Και τώρα η εποχή αυτή τελειώνει….
Η απολιγνιτοποίηση παρουσιάστηκε ως αναγκαία περιβαλλοντική μετάβαση. Και πράγματι, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη για καθαρότερες μορφές ενέργειας και μείωση των εκπομπών. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τα συνθήματα. Διότι μια περιοχή που για δεκαετίες στήριζε την ενεργειακή επάρκεια της χώρας δεν μπορεί να μεταβεί στο «μετά» μόνο με υποσχέσεις, προγράμματα και εξαγγελίες.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κλείνει ο λιγνίτης.
Αυτό ήδη συμβαίνει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα τον αντικαταστήσει.
Ποια παραγωγή θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας;
Ποια βιομηχανία θα κρατήσει τους νέους στον τόπο τους;
Ποιο σχέδιο θα αποτρέψει τη Δυτική Μακεδονία από το να μετατραπεί σε μια περιοχή που απλώς θυμάται τι υπήρξε κάποτε;
Γιατί οι κοινωνίες δεν καταρρέουν όταν αλλάζει η τεχνολογία. Καταρρέουν όταν χάνουν τον λόγο ύπαρξής τους χωρίς να αποκτούν νέο.
Σήμερα, λοιπόν, στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου δεν σβήνουν μόνο μηχανές.
Σβήνει μια ολόκληρη εποχή παραγωγής, εργασίας και βεβαιότητας.
Και από αύριο αρχίζει το δύσκολο μέρος:
να αποδειχθεί ότι η μετάβαση δεν θα αφήσει πίσω της μόνο σιωπηλές καμινάδες και μια περιοχή που αισθάνεται πως πλήρωσε το κόστος της ανάπτυξης της χώρας και τώρα καλείται να πληρώσει και το κόστος της αλλαγής της.










